άλατα


άλατα
Στη χημική ορολογία ορίζονται ως ά. χημικές ενώσεις, που το μόριό τους αποτελείται από μέταλλο και από αλατογονικό υπόλειμμα ενός οξέος, δηλαδή από ό,τι μένει όταν από το μόριο ενός οξέος αφαιρεθεί το υδρογόνο. Για να διασαφηνιστεί η σύσταση διάφορων α., είναι χρήσιμο να εξεταστεί το σύνολο των χημικών αντιδράσεων που οδηγούν στον σχηματισμό τους (βλ. πίνακα). Όλες οι αντιδράσεις αλατοποίησης που σημειώνονται στον πίνακα οδηγούν στον σχηματισμό ουδέτερων α. Είναι όμως δυνατό, στην περίπτωση οξέων με περισσότερα του ενός αντικαταστάσιμα άτομα υδρογόνου ή βάσεων με περισσότερα υδροξύλια, η αντίδραση αλατοποίησης να μην προχωρήσει έως τον σχηματισμό ουδέτερου άλατος, αλλά να σταματήσει σε ενδιάμεσα στάδια. Έχουμε έτσι σχηματισμό όξινων και βασικών α.: NaOH + H24 = NaHSΟ4 + H20 (όξινο θειικό νάτριο) και Βi(ΟΗ)3 + ΗΝΟ3= Bi(OH)23 + H20 (διβασικό νιτρικό βισμούθιο) Ο ορισμός των ουδέτερων, όξινων και βασικών α. απαιτεί μεγαλύτερη διασαφήνιση. Ως οξύτητα ή βασικότητα ενός άλατος πρέπει να εννοούμε αποκλειστικά την ύπαρξη, μέσα στο μόριο, ατόμου υδρογόνου ή υδροξυλιομάδων, που να μπορούν να αντικατασταθούν αντίστοιχα από μέταλλα ή από όξινες ρίζες. Παρ’ όλα αυτά, η οξύτητα ή η βασικότητα ενός άλατος, με την έννοια αυτή, δεν έχει καμία σχέση με το είδος της αντίδρασης –όξινης, βασικής ή ουδέτερης– (πε -χα, ρΗ) που προκαλεί το ίδιο το άλας όταν διαλύεται στο νερό. Πράγματι, μερικά ά. αντιδρούν με το νερό με ορισμένο τρόπο, ο οποίος είναι δυνατό να θεωρηθεί ως αντίστροφη πορεία της αλατοποίησης. Αλατοποίηση: NaOH + HCN →NaCN + Η2O (υδροξείδιο του νατρίου + υδροκυανικό οξύ = κυανιούχο νάτριο + ύδωρ), Υδρόλυση: NaCN + H2Ο → NaOH + HCN (κυανιούχο νάτριο + ύδωρ = υδροξείδιο του νατρίου + υδροκυανικό οξύ). Μια αντίδραση υδρόλυσης του τύπου που περιγράψαμε μπορούμε να την ερμηνεύσουμε ως εξής: NaCN κυανιούχο νάτριο· άλας που διασπάται πλήρως σε ιόντα Na+CN NaOH: βάση που διασπάται πλήρως σε ιόντα Na+OH- HCN: ασθενές οξύ που διασπάται λίγο. Το ιόν CN αντιδρά με τα ιόντα υδρογόνου που περιέχονται στο διάλυμα για να σχηματίσει υδροκυανικό οξύ κατά την αντίδραση: CN+ Η+ HCN. Παρ’ όλα αυτά, παραμένουν στο διάλυμα υδροξυλιόντα σε αφθονία και έτσι το διάλυμα του κυανιούχου νατρίου έχει βασική αντίδραση. Το φαινόμενο της υδρόλυσης ενδιαφέρει όλα τα ά. που σχηματίζονται από την ένωση ενός ασθενούς οξέος με μια ισχυρή βάση (ά. τύπου NaCN), μιας ασθενούς βάσης με ένα ισχυρό οξύ (τύπου NH4Cl) ή μιας ασθενούς βάσης και ενός επίσης ασθενούς οξέος, αλλά διαφορετικής ισχύος (τύπου NH4CN). Στο σημείο αυτό είναι ενδιαφέρον να τονίσουμε ότι στο πρώτο από τα παραδείγματα που αναφέραμε, του κυανιούχου νατρίου, το ουδέτερο αυτό άλας έχει βασική αντίδραση. Επίσης, ένα όξινο άλας, όπως το όξινο ανθρακικό νάτριο (NaHCΟ3), παρουσιάζει σε διάλυμα αντίδραση βασική. Υπάρχουν ακόμα και άλλες δύο κατηγορίες α.: τα διπλά ά. και τα σύμπλοκα. Τα διπλά ά. υπάρχουν μόνο σε κρυσταλλική κατάσταση, ενώ σε διάλυμα συμπεριφέρονται σαν μείγμα απλών α.: π.χ. ένα ορυκτό που υπάρχει στη φύση, ο καρναλλίτης, είναι διπλό χλωριούχο άλας καλίου και μαγνησίου (KCl-MgCl2). Τo άλας αυτό σε διάλυμα συμπεριφέρεται ως μείγμα χλωριούχου καλίου (KCl) και χλωριούχου μαγνησίου (MgCl2). Τα σύμπλοκα ά. χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη, στο μόριό τους, χαρακτηριστικών ριζών (συμπλόκων ομάδων) που συμπεριφέρονται πότε σαν βασικές και πότε σαν όξινες ρίζες (και διατηρούν, για λόγους απλότητας, τον ορισμό που δόθηκε για τα απλά ά.). Δύο πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα σύμπλοκων α. είναι το σιδηροκυανιούχο κάλιο K3[Fe (CN)6], όπου η σύμπλοκη ρίζα [Fe(CN)6] συμπεριφέρεται σαν όξινη ρίζα, και ο εναμμώνιος χλωριούχος άργυρος [Ag(NH3)2]Cl όπου η σύμπλοκη ρίζα [Ag(NH3)2]+, συμπεριφέρεται σαν μέταλλο. Παράδειγμα αντίδρασης σχηματισμού συμπλόκου άλατος είναι η αντίδραση μεταξύ χλωριούχου αργύρου και καυστικού αμμωνίου: AgCl + 2NH4ΟH = 2H2Ο + [Ag(NH3)2]Cl. Σχηματισμός χαρακτηριστικού δακτυλιοειδούς κροκιδώματος κατά την προσθήκη ουδέτερου άλατος σε πρωτεϊνικό διάλυμα (φωτ. Gilardi). Κρύσταλλοι διχρωμικού καλίου. Κρύσταλλοι υπερμαγγανικού καλίου (φωτ. Gilardi). Άλατα θειικού υποσιδήρου (φωτ. Gilardi). Κρύσταλλοι ορυκτού άλατος. Από τα κοιτάσματα του ορυκτού αυτού άλατος παράγεται εκλεκτής ποιότητας μαγειρικό αλάτι. Υγιεινότερο, πάντως, θεωρείται από πολλούς το θαλασσινό. Αεροφωτογραφία από ορυχείο αλατιού στην Κένυα.
* * *
τα [άλας] Χημ.
ανόργανες ή οργανικές ιοντικές (ετεροπολικές) χημικές ενώσεις, τών οποίων το ανιόν προέρχεται από ένα οξύ και το κατιόν από μια βάση. Τα άλατα παράγονται από την αντίδραση ενός οξέος ή ενός οξεογόνου οξειδίου (ανυδρίτη οξέος) και μιας βάσεως ή ενός βασεογόνου οξειδίου (ανυδρίτη βάσεως).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀλᾶτα — ἀλήτης wanderer masc voc sg (doric) ἀλήτης wanderer masc nom sg (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλάτα — ἀλά̱τᾱ , ἀλήτης wanderer masc nom/voc/acc dual (doric) ἀλά̱τᾱ , ἀλήτης wanderer masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅλατα — ἅλας salt neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θειοθειικά άλατα — Άλατα του θειοθειικού οξέος H2S2O3. Είναι γνωστά κυρίως τα θ.ά. των αλκαλίων και των αλκαλικών γαιών που είναι ευδιάλυτα στο νερό. Τα θ.ά., σε αντίθεση με το θειοθειικό οξύ, είναι σταθερά σε συνήθη θερμοκρασία, αλλά με θέρμανση διασπώνται σε… …   Dictionary of Greek

  • θειικά άλατα — Άλατα ουδέτερα και όξινα, που προκύπτουν από το θειικό οξύ. Βλ. λ. θείο …   Dictionary of Greek

  • βροντώδη άλατα — Σειρά μεταλλικών αλάτων του βροντώδους οξέος (HON=C). Είναι γενικά εκρηκτικά σώματα (αποσυντίθενται απότομα με θέρμανση ή κρούση) και χρησιμοποιούνται ως εναύσματα σε ισχυρά εκρηκτικά. Από τα άλατα αυτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο… …   Dictionary of Greek

  • διαζωνίου, άλατα — Ομάδα διαζωνιακών ενώσεων ιδιαίτερης σημασίας, που χρησιμοποιούνται ως αρχικές ουσίες για την παρασκευή πολυάριθμων προϊόντων. Οι χαρακτηριστικές ιδιότητες των ενώσεων αυτών αποδεικνύουν τον χαρακτήρα τους ως ιοντικών αλάτων: είναι αδιάλυτα στους …   Dictionary of Greek

  • δισανθρακικά — Άλατα του ανθρακικού οξέος, στα οποία μόνο ένα άτομο υδρογόνου έχει αντικατασταθεί από ένα σθένος ενός μετάλλου. Είναι άλατα που εμφανίζουν αστάθεια στη θερμότητα· όταν θερμανθούν μετατρέπονται σε ανθρακικά. Το δισανθρακικό νάτριο (όξινο… …   Dictionary of Greek

  • ανθρακικά — Άλατα του ανθρακικού οξέος, στα οποία και τα δύο άτομα του υδρογόνου έχουν αντικατασταθεί από μέταλλο. Στη φύση βρίσκονται ως ορυκτά και αποτελούν κάποτε σημαντικά στρώματα. Μπορούν να παρασκευαστούν με διάφορους τρόπους· ένας τρόπος παρασκευής… …   Dictionary of Greek

  • ἅλατ' — ἅλατα , ἅλας salt neut nom/voc/acc pl ἅλατι , ἅλας salt neut dat sg ἅλατε , ἅλας salt neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.